Μιλώντας στα παιδιά για το πένθος

  • Γράφει η Σοφία Γκόντα, ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια, μέλος της Επιστημονικής Ομάδας του Κέντρου Πρόληψης «Σχεδία»

 

Γράφει ο Χόρχε Μπουκάι στο βιβλίο του «Ο δρόμος των δακρύων»: «Αν, όμως, ζει ο άλλος μέσα μας, τότε ο θάνατος είναι μεγάλος ψεύτης και η αρρώστια μεγάλο ψέμα. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε για να μην υποφέρουμε “περισσότερο”, δεν είναι να αγαπάμε “λιγότερο”, αλλά να μάθουμε, όταν φτάνει η στιγμή του αποχωρισμού ή της απώλειας, να μη μένουμε κολλημένοι σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια».

Πιο επίκαιρη από ποτέ ίσως, μετά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, είναι η δύσκολη μεν, απολύτως απαραίτητη δε συζήτηση σχετικά με τη διαχείριση του πένθους, ιδιαίτερα σε σχέση με τα παιδιά.

Ο θάνατος ενός γονιού, αδελφού, παππού, γιαγιάς ή κάποιου άλλου αγαπημένου προσώπου, ακόμα και ενός κατοικίδιου, είναι ένα οδυνηρό γεγονός στη ζωή των παιδιών και της οικογένειας. Όσοι βρισκόμαστε κοντά τους, συχνά ερχόμαστε σε δύσκολη θέση καθώς αναζητούμε τον καλύτερο τρόπο να τα βοηθήσουμε. Αναρωτιόμαστε τι καταλαβαίνει ένα παιδί για το θάνατο, πώς αισθάνεται όταν χάνει κάποιον που αγαπά, ποιές επιπτώσεις θα έχει η σημαντική αυτή απώλεια στην εξέλιξή του και ακόμα τι να πούμε και πώς να το στηρίξουμε;

Τι καταλαβαίνουν τα παιδιά για τον θάνατο;

Οι γονείς και ο περίγυρος, αναρωτιούνται αν μπορούν να μιλήσουν για τον θάνατο, τι θα καταλάβουν τα παιδιά και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις της απώλειας και της συνειδητοποίησής της στην ψυχική τους υγεία. Έρευνες πολλών χρόνων έχουν δείξει ότι οι ενήλικες έχουν μεγαλύτερη δυσκολία από τα παιδιά στο να μιλούν για τον θάνατο. Τα παιδιά μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά μεταξύ τους γι’ αυτόν, καθώς και για το πώς οι άνθρωποι πεθαίνουν, ενώ είναι ικανά να θέτουν ερωτήσεις αλλά και να απαντούν σε πολύ άμεσες ερωτήσεις, χωρίς να αισθάνονται άβολα.

Οι ίδιες έρευνες, έχουν επίσης φανερώσει πως τόσο οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, όσο και οι γονείς και οι περισσότεροι ενήλικες, είχαν μέχρι πρόσφατα λανθασμένες αντιλήψεις όχι μόνο για τον τρόπο, που τα παιδιά βιώνουν την απώλεια σημαντικού τους προσώπου, αλλά και για τους τρόπους που μπορούν να προσφέρουν αποτελεσματική στήριξη σε ένα παιδί που πενθεί.

Σε μια συστηματική ανασκόπηση, ο Corr διαπίστωσε ότι η πιο κρατούσα άποψη ανάμεσα στις πεποιθήσεις των ενηλίκων, ήταν αυτή που είχε διατυπώσει αρχικά και ο Φρόυντ, πως τα παιδιά δηλαδή δεν πενθούν στην πραγματικότητα, διότι είναι πολύ μικρά για να έχουν αυτή την ικανότητα, ή και για να κατανοήσουν το θάνατο. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι τα παιδιά πράγματι πενθούν και θρηνούν, με διαφορετικό όμως τρόπο από αυτό των ενηλίκων.

Επίσης, επικρατούσα λανθασμένη άποψη είναι ότι είναι καλύτερο για τα παιδιά να τα προστατέψουμε από το πένθος. Είναι βέβαια φυσιολογικό οι ενήλικες να θέλουν να κρατήσουν τα παιδιά μακριά από επώδυνες εμπειρίες. Ωστόσο, τα παιδιά θα πενθήσουν έτσι κι αλλιώς με τους δικούς τους μοναδικούς τρόπους και έχει κρίσιμη σημασία, οι ενήλικες να μην τα παρεμποδίσουν ή να μην υπαγορεύσουν τρόπους για το πένθος αυτό, παρά μόνο να διευκολύνουν την έκφραση του. Είναι σημαντικό ένα παιδί να μάθει την αλήθεια για έναν θάνατο και να πάρει στήριξη από την οικογένεια και το σχολείο, έτσι ώστε να μπορέσει να επεξεργαστεί την απώλεια και να συνεχίσει τη ζωή του (Αναγνωστοπούλου Τ. Χατζηνικολάου Σ., 2015).

Συνήθως τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με την έννοια του θανάτου, απ’ όσο νομίζουμε. Ο θάνατος υπάρχει μέσα στα παραμύθια, στα παιχνίδια τους και μέσα στην καθημερινή τους ζωή.

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, αν και αντιλαμβάνονται την απουσία ενός σημαντικού προσώπου από το περιβάλλον τους, δεν κατανοούν όμως την οριστικότητα του θανάτου (Heike Baum,2007). Πιστεύουν, ότι αυτός που πέθανε μπορεί να γυρίσει ή ότι εξακολουθεί να ζει, να σκέπτεται και να αισθάνεται εκεί που βρίσκεται. Τα παιδιά σχολικής ηλικίας κατανοούν ότι ο θάνατος είναι ένα μη αναστρέψιμο γεγονός, αλλά πιστεύουν, ότι συμβαίνει μόνο στους άλλους. Οι έφηβοι συνειδητοποιούν ότι όλοι οι άνθρωποι, όπως και οι ίδιοι, είναι θνητοί. Επίσης, είναι σε θέση να δώσουν μεταφυσικές και συμβολικές ερμηνείες στον θάνατο.

Πολλές φορές οι ενήλικες, νομίζουν ότι προφυλάσσουν τα παιδιά με το να αποκρύψουν την αλήθεια ή με το να δώσουν ψεύτικες ή ελλιπείς πληροφορίες όπως «Ο μπαμπάς σου πήγε ένα μακρινό ταξίδι». Οι πιθανές σκέψεις του παιδιού σε αυτή την περίπτωση μπορεί να είναι: Θα επιστρέψει; Πότε; Ή «Η μαμά σου πήγε στον παράδεισο». Οι πιθανές σκέψεις του παιδιού σε αυτή την περίπτωση μπορεί να είναι: Αφού είναι όλα τόσο καλά, τότε γιατί οι γύρω μου κλαίνε; Γιατί δεν πάμε όλοι;

Στην πραγματικότητα, αυτή η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας, δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα, αφού τα μικρά παιδιά αντιλαμβάνονται την αλλαγή, διότι όχι μόνο δεν βλέπουν πια το πρόσωπο που πέθανε, αλλά υπάρχει στην ατμόσφαιρα θλίψη, ενώ εμφανίζονται και νέες συνήθειες, όπως μαύρα ρούχα, επισκέψεις συγγενών κ.ά.

Επίσης, μπορεί να σκεφτούν «Εγώ φταίω. Είχα θυμώσει με τη μαμά και της είπα πως ήθελα να πεθάνει. Και τώρα πέθανε….» «Στα κινούμενα σχέδια, αυτός που πεθαίνει πάντα ξαναγυρίζει. Και ο μπαμπάς θα γυρίσει, το ξέρω….».

Όπως και τα παιδιά ηλικίας έως 4 ετών, έτσι και τα παιδιά από 4 έως 7 τείνουν να βλέπουν τον θάνατο ως προσωρινό και αναστρέψιμο γεγονός. Μερικές φορές μάλιστα αισθάνονται και υπεύθυνα γι’ αυτόν, καθώς πιστεύουν ότι οι δικές τους αρνητικές σκέψεις ή συναισθήματα είναι η αιτία που τον προκάλεσε.

Βέβαια, αυτού του είδους οι σκέψεις έχουν σαν αφετηρία την εγωκεντρική σκέψη των παιδιών, σύμφωνα με την οποία τα πάντα στρέφονται γύρω από τα ίδια. Μη αντιλαμβανόμενα σωστά τι συμβαίνει, φαντάζονται τρομερά πράγματα (τα παραμύθια που έχουν ακούσει συμβάλλουν πολύ σε αυτό), ενώ αναπτύσσουν και ανεξήγητα αισθήματα ενοχής. Αποκτούν άγχος για την υγεία και για την παρουσία των υπολοίπων μελών της οικογένειας (μήπως «φύγουν», «χαθούν», ή αρρωστήσουν και πεθάνουν και εκείνοι;). Αυτό, μπορεί να οδηγήσει και σε προσκόλληση. Για να προστατεύσουν και να μην επιβαρύνουν τον γονέα που υποφέρει και εκείνος, δε μιλούν για τα συναισθήματά τους και υποφέρουν μόνα. Κάτι τέτοιο, μπορεί να αντιστρέψει και τους ρόλους στην οικογένεια (το παιδί να παρηγορεί και να στηρίζει τον ενήλικα σαν ενήλικας που στηρίζει ένα παιδί, ή, ακόμα χειρότερα, να αναλαμβάνει και καθήκοντα ενήλικα).

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει την απώλεια το κάθε παιδί είναι διαφορετικός και εξαρτάται από τη σχέση που είχε με το άτομο που πέθανε, τον τρόπο που πέθανε το αγαπημένο του πρόσωπο, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του παιδιού, τις άλλες απώλειες που έχει πιθανά βιώσει (π.χ. άλλους θανάτους, διαζύγιο, μετακόμιση και αποχωρισμός φίλων κ.ά) και από την υποστήριξη που έχει από το περιβάλλον και ιδιαίτερα τους γονείς/τον γονέα του. Σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της έννοιας του θανάτου παίζουν ακόμη η νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού, η προσωπικότητά του, το περιβάλλον όπου ζει, καθώς και οι προσωπικές του εμπειρίες σε σχέση με τον θάνατο.

Τέλος, οι συνθήκες που μεγαλώνουν σήμερα τα παιδιά ιδιαίτερα στις πόλεις, αλλά και η μεγαλύτερη προστατευτικότητα των σύγχρονων γονιών, δεν ευνοούν την εξοικείωσή τους με τον θάνατο, σε αντίθεση με την παραδοσιακή κοινότητα, όπου η συμμετοχή τους στον θρήνο, τις τελετές και το πένθος ήταν μια απόλυτα φυσιολογική αλλά και αναμενόμενη συμπεριφορά από την πλευρά τους.

Aς μη ξεχνάμε, σύμφωνα και με τον Freud ότι «Το να θυμάσαι είναι ο καλύτερος τρόπος για να ξεχάσεις».

  • Αναγνωστοπούλου Τ. Χατζινικολάου Σ.: Το πένθος στα παιδιά, Ινστιτούτο Ψυχολογίας και Υγείας, 2015
  • Bucay Jorge: Ο Δρόμος των Δακρύων, Εκδ. Όπερα, 2001
  • Heike Baum: Η γιαγιά πήγε στον ουρανό; Το παιδί και ο θάνατος. Διαχείριση του πένθους, Εκδ. Θυμάρι, 2007
  • https://merimna.org.gr/

 

Η Σοφία Γκόντα είναι ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος από το 2000. Από το 2004 εργάζεται στο Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «Σχεδία». Έχει διετή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στην «Συστημική-Οικογενειακή θεραπεία» και στο «Πρόγραμμα Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Παιδοψυχιατρικής» και ετήσια στην «Εισαγωγή στην Ομαδική-Δυναμική και το Ψυχόδραμα», την «Κοινωνική Ψυχολογία» και την «Ψυχολογία της Ανάπτυξης».
Έχει συντονίσει σεμινάρια, ψυχοεκπαιδευτικές παρεμβάσεις και ομάδες γονέων, έχει πραγματοποιήσει ομιλίες και από το 2021 είναι επόπτρια των φοιτητών του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που υλοποιούν την πρακτική τους άσκηση στη «Σχεδία». Διαθέτει πολυάριθμες συμμετοχές με εισήγηση σε συνέδρια και δημοσιεύσεις σε ελληνικά και ξένα περιοδικά.

Μοιραστείτε το άρθρο

Διαβάστε άλλες ανακοινώσεις της "Σχεδίας"

Νέα

Έντονο το αποτύπωμα δράσης το 2023

Συνολικά 8.366 άτομα προσέγγισε το 2023 Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «Σχεδία», στο πλαίσιο των παρεμβάσεών του τόσο στη σχολική όσο

Νέα

Με τη Μ. Κεφάλα συνεχίστηκε ο κύκλος ενημέρωσης

Συνάντηση με την υφυπουργό Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και βουλευτή Ιωαννίνων Μαρία Κεφάλα είχαν οι εργαζόμενοι στο Κέντρο Πρόληψης Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας

26510 25595